Για κάποιον περαστικό απ’ τη Ναύπακτο είναι εξαιρετικά δύσκολο να φανταστεί την ομορφιά που επιμελώς κρύβει η Ορεινή Ναυπακτία. Εκεί, στις πλαγιές της Πίνδου, η Ορεινή Ναυπακτία αποτελείται από ένα σύμπλεγμα χωριών, που σήμερα ανήκουν σε τρεις δήμους (Δήμος Αποδοτίας, Δήμος Πυλήνης και Δήμος Πλατάνου), αρμονικά χωροθετημένα παρέα με δάση βελανιδιάς, ελάτων, οξιάς, πλατανιών και καστανιών.

Η Ορεινή Ναυπακτία χάρη στην δυσπρόσιτη επιφάνειά της, έγινε καταφύγιο πολλών κατοίκων σε δύσκολες εποχές για την Ελλάδα.

Προκειμένου να αποφύγουν τους εκάστοτε κατακτητές, οι Έλληνες αποτραβιόντουσαν στην Ορεινή Ναυπακτία, που ήταν δυσπρόσιτη για τους Τούρκους, τους Γερμανούς, τους Ιταλούς και όσους τέλος πάντων πέρασαν απ’ την περιοχή έχοντας κακές διαθέσεις.

Με την αστυφιλία του περασμένου αιώνα, ο πληθυσμός της Ορεινής Ναυπακτίας συρρικνώθηκε σε τέτοιο επίπεδο, που θα έλεγε κανείς ότι αν δεν υπήρχε τόσο έντονο τουριστικό ενδιαφέρον την τελευταία δεκαετία, σήμερα θα μιλάγαμε για νεκρή περιοχή.

Οι εκατοντάδες πεζούλες από ξερολιθιές που συντηρούσαν με την σοδιά τους τούς κατοίκους της Ορεινής Ναυπακτίας εγκαταλείφθηκαν στα χέρι της φύσης που της δάσωσε.

Τα παλιά σπίτια των χωριών της ορεινής Ναυπακτίας, χτισμένα από σχιστόλιθο στην πλειονότητά τους, παρουσιάζουν ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον αντιπροσωπεύοντας ένα ευρύ φάσμα της παράδοσης με πολλές επιρροές απ’ την αρχιτεκτονική της Ηπείρου.

Το ενδιαφέρον τους εκδρομέων για την Ορεινή Ναυπακτία, πηγάζει απ’ την ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου να επιστρέψει έστω και για λίγο στους χαλαρούς ρυθμούς που επιβάλει η φύση.

Παλιά μονοπάτια μέσα σε δάση, πλούσια πανίδα, ορεινά καταφύγια, βρύσες κρυστάλλινου νερού παντού, ποτάμια παραπόταμοι καταρράκτες και λίμνες, τσίπουρο, κάστανα, κρασί, πανηγύρια, τι άλλο να ζητήσει κάποιος;

Μαζί με το τουριστικό ενδιαφέρον στην ορεινή Ναυπακτία επέστρεψαν και οι άνθρωποι, αναπαλαιώνοντας τα σπίτια τους, ανοίγοντας καφενεία, ταβέρνες και ξενοδοχεία.

Έχοντας αποφύγει την άναρχη τουριστική «ανάπτυξη» της δεκαετίας του ’80 , η Ορεινή Ναυπακτία πλησιάζει πολύ σ’ αυτό που θα ονομάζαμε αυθεντική ελληνική ύπαιθρο.

 

ΑΜΠΕΛΑΚΙΩΤΙΣΣΑ

Δέκα χιλιόμετρα ασφαλτόδρομου τη χωρίζουν από την Άνω Χώρα, ενώ παλαιότερα ονομαζόταν Κοζίτσα και βρίσκεται χτισμένη σε ύψος 1.000 μέτρων. Σήμερα αποτελεί δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Αποδοτίας με έδρα την Άνω Χώρα. Οι κάτοικοί του τον χειμώνα είναι λιγοστοί, όμως το καλοκαίρι παρατηρείται θεαματική αύξηση του πληθυσμού.

Ο χώρος που περιβάλλει την Αμπελακιώτισσα είναι πλούσιος σε πυκνή βλάστηση με κυρίαρχα τα έλατα και τις καστανιές. Από τη μια μεριά ο άγριος ορεινός όγκος του Τσεκούρα, και την άλλη ο Αϊ-Λιας, πιο ήπιος και καταπράσινος, ατενίζουν από ψηλά, έως και 1.700 μέτρα. Πιο χαμηλά, προς τη μεριά της θάλασσας, το πανέμορφο ποταμάκι ο Κότσαλος, που με τη φιδίσια διαδρομή του διασχίζει το άγριο φαράγγι του Κάκαβου και τη μικρή κοιλάδα του.

Στην πλούσια και πυκνή βλάστηση γύρω και μέσα στο χωριό, όσοι γνωρίζουν, θα βρουν πολλά από τα μοναδικά βότανα της φύσης, ρίγανη, χαμομήλι, τσάι, αγριομάραθο και αρκετά άλλα. Ο οικισμός ολοένα και εμπλουτίζεται από παλιά πετρόχτιστα πού ξαναζούν και χαρίζουν εικόνες και μνήμες από τα παλιά.

Η Αμπελακιώτισσα είναι γνωστή για την Ιερά Μονή της που διασώζει τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Αμπελακιώτισσας και το χέρι του Αγίου Πολυκάρπου. Πάνω από την Αμπελακιώτισσα, μέσα σε λόφους της Ν.Α. ελατόφυτης πλαγιάς της κορυφογραμμής Αϊ-Λιας, βρίσκεται η ιερά μονή Κοίμησης της Θεοτόκου.

Στην Αμπελακιώτισσα υπάρχει επίσης το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου που χαρακτηρίζεται από τα θαυμάσια ξύλινα γλυπτά που στολίζουν τους τοίχους του. Μόνιμοι κάτοικοι του χωριού είναι οι δύο ιερείς της Ιεράς Μονής Αμπελακιώτισσας, οι οποίοι καρτερικά και αβασάνιστα στέκουν φρουροί της εκκλησιαστικής και ιστορικής μας παράδοσης.

Η Αμπελακιώτισσα έχει χαρακτηριστεί ως «ιερά κιβωτός της Ναυπακτίας» λόγω των πλούσιων και σπάνιων εκκλησιαστικών της θησαυρών.

 

ΑΣΠΡΙΑ ΚΑΙ ΚΕΝΤΡΙΚΗ

Τα χωριά Ασπρια και Κεντρική , δημοτικά διαμερίσματα του δήμου Αποδοτίας , φωλιασμένο το ένα απάνεμα σε 800μ υψόμετρο στα ριζά της Αετόπετρας του βελανιδόδασους ,της Μακριά Ράχης , και το άλλο ριζωμένο προσηλιακά σε υψόμετρο 1050 μέσα σε πανύψηλα έλατα και καστανιές στην ποδιά του όρους Τσακαλάκι.

Και τα δυο τους οικισμοί μέσα στο φυσικό περιβάλλον απαράμιλλης ομορφιάς με μακραίωνη ιστορία δυο χιλιάδων χρόνων και πλέον αποδεδειγμένα με ευρήματα που ήρθαν στο φως είτε από το υνί του ζευγολάτη είτε από την αρχαιολογική σκαπάνη.

Την θρησκευτική τους ιστορία μαρτυρούν η Ιερά Μονή της Θεοτόκου Μακριά Ράχης , η Σωτηρω ,το Παλαιομοναστηρο, η Αγία Παρασκευή και η Παναγιά ο Αι Νικόλας και ο Αι Θανάσης στον πέρα και δώθε Σέλο , από το Χάνι της Παπαδιάς και την Μηλιανού, του Καλογέρου το χωράφι έως το τοπωνύμιο Βαρνάβα και Μυρολίθι.

Οι πεζούλες με τα λιθοδέματα και τα σταράλωνα, σε κάθε πλαγία μας δείχνουν τον τιτάνιο αγώνα επιβίωσης των κατοίκων αυτών των χωριών, όπου ξεστρωματωντας την γη καλλιεργούσαν σιτάρι και καλαμπόκι για να το κάνουν ψωμί να θρέψουν την οικογένειά τους.

Πολλά μικρά μα και μεγάλα μυστικά που αντιστέκονται στο πέρασμα του χρόνου κρύβει εδώ στην αγκαλιά της η φύση, στα σκέλια της ρεματιάς μέσα σε βαθύσκιωτα πλατάνια και αραιές , σε κισσούς και κυκλάμινα βρίσκονται πέτρινα γεφύρια, νερόμυλοι, η τρύπα του Αράπη και του Παναγή, η Νεραιδοσπηλια, η Δρακότρυπα, ένα σπήλαιο με σπάνιο ίσως και το μοναδικό στην Ευρώπη καλλιτέχνημα της φύσης, έχοντας στα σπλάχνα του τον "μανδύα του Πλούτωνα" που με ένα άγγιγμα σκορπά μελωδικούς ήχους.

 

ΕΛΑΤΟΥ

Η Ελατού, μέχρι το 1928 είχε Σλάβικο όνομα, το οποίο πήρε κατά την επιδρομή και εγκατάσταση στην περιοχή των εποικισθέντων σε αυτή Σλάβων, και ονομαζόταν Ελετσού ή Ελετζού, που στα Σλάβικα σημαίνει ευήλιο. Η μετονομασία της σε Ελατού, η οποία πραγματοποιήθηκε πολύ αργότερα οφείλεται στα πυκνά ελατοδάση που την περιβάλλουν.

Είναι ορεινό Ρουμελιώτικο χωριό της ορεινής Αιτωλίας υπαγόμενο στην επαρχία Ναυπακτίας του Νομού Αιτωλοακαρνανίας. Από τη Ναύπακτο (Έπαχτο) απέχει 49 χιλιόμετρα συνδεόμενο με ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Το χωριό είναι αμφιθεατρικά κτισμένο στα κατάντη του βουνού Κερασοβούνι (Ομάλια), δηλαδή σε περιοχή ορεινή πολύπλοκη και δύσβατη με βαθιές χαράδρες και ποικίλη διαμόρφωση του εδάφους, στην οποία συντελεί η εναλλαγή του ασβεστόλιθου και του φλύσχη. Το Κερασοβούνι χωρίζει την Οφιονεία από την Αποδοτία και αποτελεί την πρώτη από τις νότιες διαδοχικές κορφές (1700μ) της οροσυστάδας των Βαρδουσίων ορών (2510μ.), που κατά την αρχαιότητα λεγότανε Κόρακας. Στο Κερασοβούνι διακρίνουμε τη Δυτική κορφή του βουνού, που είναι άδενδρη και έχει πολύ εκτεταμένο και άδενδρο ομαλό πεδίο, εξαιτίας του οποίου ονομάστηκε «Ομαλία» και την ανατολική κορφή τον Κόκορα, που από το 1696 μ.Χ. μετονομάστηκε σε «Πύργο του Γερακάρη», εξαιτίας του ότι στην κορφή αυτή είχε εγκαταστήσει το στρατηγείο του ο Μπέης της Μάνης, Λιμπέριο Γερακάρης, σαν συνεργάτης των Ενετών, στην υπηρεσία των οποίων είχε προσχωρήσει.

Το Κερασοβούνι συνεχίζεται προς Ν.Α. κατεύθυνση με αλυσιδωτές μικρότερες κορφές. Ανάμεσα στον Πύργο Γερακάρη και την Ομάλια σχηματίζεται το διάσελλο Χαράτσι, από το οποίο περνάει ο δρόμος που ενώνει την Αποδοτία με την Οφιονεία και τη Β.Δ ορεινή Δωρίδα. Το όνομα Χαράτσι το πήρε επί Τουρκοκρατίας, γιατί στο σημείο εκείνο λειτουργούσε ο σταθμός φορολόγησης της δέκατής ( δηλαδή 10%) στα διακινούμενα αγαθά. Στη Δυτική κορφή του βουνού, δηλαδή την Ομάλια, σε υψόμετρο 1708μ. υπάρχει πλάτωμα που λέγεται «Νεραϊδάλωνο» στο οποίο, κατά την παράδοση, στήνανε χορό οι Νεραΐδες. Ανατολικά των Βαρδουσίων είναι η Γκιώνα (2510μ.) και ανατολικότερα αυτής η Λιάκουρα ή Παρνασσός (2457μ.) ενώ βορειότερα των Βαρδουσίων είναι η Καλιακούδα (2104μ.), η Χελιδώνα (1980) και ο Τυμφρηστός (2315μ.). Ολόκληρη αυτή η ορεινή περιοχή αποτελεί τις λεγόμενες Αιτωλικές Άλπεις οι διαβάσεις των οποίων παρουσιάζονται αγριότερες και δυσβατώτερες και από αυτή τη ζώνη των υψηλών ορών.

Το ορμητικό ποτάμι Μόρνος, που στην Αρχαιότητα λεγότανε Δάφνος, πηγάζει από την Οίτη και προσδιορίζει τα Ανατολικά όρια της ορεινής Αιτωλίας, ενώ το ποτάμι Εύηνος (Φίδαδης) που πηγάζει από τα Βαρδούσια προσδιορίζει τα δυτικά όρια αυτής. Και τα δύο αυτά ποτάμια περνάνε από φαράγγια και καταλήγουνε στη θάλασσα. Η Ελατού συνορεύει ανατολικά με τα χωριά της Δωρίδας, Αλεποχώρι και Ζωριάνου, από τα οποία τη χωρίζει το βουνό Αρέντα. Βόρεια με το χωριό Κερασιά (Σουρούστι) και το χωριό Γρηγόρι της Ναυπακτίας, δυτικά με τα χωριά Κάτω και Άνω Χώρα και νότια με το χωριό Τερψιθέα της Ναυπακτίας. Πότε χτίστηκε το χωριό στη θέση που βρίσκεται τώρα δε βρέθηκαν χρονολογικά ντοκουμέντα, σύμφωνα όμως με τις μαρτυρίες των προγόνων μας το χωριό άρχισε να μεταφέρεται σε αυτή τη θέση ευθύς αμέσως μετά την απελευθέρωση του από τους Τούρκους, δηλαδή στις αρχές του 1829, ύστερα από καταστροφή του από πυρκαγιά που έβαλε Τουρκοαλβανικό απόσπασμα σε μία από τις επιδρομές του σε αυτό το 1820. Σήμερα το χωριό έχει 154 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του έτους 2001.

 

ΚΡΥΟΝΕΡΙΑ

Τα Κρυονέρια Ναυπακτίας, (παλιότερη ονομασία Κουτολίστια) το ψηλότερο σε υψόμετρο χωριό (υψόμετρο 1312 μ.) της Ορεινής Ναυπακτίας, είναι κτισμένο στη βόρεια πλαγιά του όρους Φτερόπυργο, συνέχεια του όρους Τσεκούρα. Ιδρύθηκε γύρω στο 1850, και πήρε το σημερινό του όνομα το 1939, λόγω της πληθώρας των υδάτινων πόρων που το περιστοιχίζουν. Μαζί με τον οικισμό Λάλικα αποτελούσαν μία ενιαία κοινότητα, με 122 μόνιμους κατοίκους (απογραφή 2001).

Τα Κρυονέρια ξεχωρίζουν για το ξεχωριστό, παρθένο, φυσικό τους περιβάλλον. Ψηλά έλατα με κέδρους, καστανιές και πλατάνους συνθέτουν την χλωρίδα της περιοχής, ενώ έχουν καταγραφεί εννέα είδη άγριας ορχιδέας, ένα σπάνιο είδος τουλίπας καθώς και μεγάλη ποικιλία μανιταριών, τρία εκ των οποίων αποκαλύπτονται για πρώτη φορά στην Ευρώπη. Στα δάση της περιοχής ζουν αγέλες λύκων, αγριογούρουνα, ζαρκάδια, ελάφια, λίγκες ενώ έχει θεαθεί και ένα ζευγάρι καφετιάς αρκούδας. Από τα πτηνά της περιοχής ξεχωρίζουν ο χρυσαετός, ο γύπας ασπροπάρης, ο φιδαετός και ένα πολύ σπάνιο είδος δρυοκολάπτη με τροπικά χρώματα

Σύμφωνα με ιστορικές μαρτυρίες οι πρώτοι κάτοικοί του χωριού, ήρθαν από το Μούστροβο (σημερινή ονομασία Περιβόλι) της Σπερχειαδας του νομού Φθιώτιδος, στις αρχές του 19ου αιώνα κυνηγημένοι από τον Τούρκο έπαρχο της περιοχής. Αρχικά κατέλυσαν κοντά στο ποταμό Εύηνο αλλά η ανάγκη εξεύρεσης πόσιμου νερού τους οδήγησε στο μέρος που βρίσκεται σήμερα το χωριό όπου και εγκαταστάθηκαν μόνιμα. Κύρια ασχολία τους είναι η γεωργία, και η κτηνοτροφία. Σιγά σιγά το χωριό επεκτάθηκε και οι κάτοικοι και οι περιουσίες τους εξαπλώθηκαν καλύπτοντας μια μεγάλη γεωγραφική περιοχή που τα σύνορα της σκιαγραφικά είναι δυτικά οι όχθες του Ευήνου, βόρεια ο συνοικισμός Λάλκας, ανατολικά το μοναστήρι του Αγ. Δημητρίου, και νότια η διασταύρωση για την Αμπελακιώτισσα. . Μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο οι κάτοικοι εξαιτίας όμως της εσωτερικής μετανάστευσης για οικονομικούς λόγους εγκατέλειπαν το χωριό. Ως τις αρχές της δεκαετίας του 1970 το χωριό είχε τους τελευταίους μόνιμους κατοίκους. Στα μέσα αυτής της δεκαετίας υπήρξε μια περίοδο ύφεσης κατά την οποία ιστορικό ρόλο έπαιξαν οι συγχωριανοί μας που κατοικούσαν το χωριό από τις αρχές Μαΐου ως τα τέλη Νοεμβρίου και παρέμεινε το χωριό ζωντανό ώστε να έχει αυτή την ανοδική πορεία, όπου τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε μια διαρκή ανάπτυξη και ανοικοδόμηση. Αξιοσημείωτη είναι η παρουσία κατά τους καλοκαιρινούς μήνες της νεολαίας του χωριού γεγονός που έχει κάνει τα Κρυονέρια να είναι ο αγαπημένος προορισμός των διακοπών τους.

Ο επισκέπτης μπορεί να δει και να θαυμάσει τις παλιές εκκλησιές του χωριού (Αγ. Γεώργιος, Παναγία), το νεότευκτο Εκπολιτιστικό Κέντρο στο οποίο στεγάζεται και το Λαογραφικό Μουσείο του χωριού με παλιές φωτογραφίες από την ζωή του χωριού, εργαλεία και ότι άλλο χαρακτηρίζει και θυμίζει τους προγόνους μας, τα οποία έχουν δωρίσει Κρυονερίτες. Μια ευχάριστη απόδραση είναι η ανάβαση στο όρος Τσεκουρα όπου από εκεί μπορεί να θαυμάσει κανείς τα γύρω χωριά και την Ευηνολίμνη, τα εκκλησάκια του Προφήτη Ηλία και τους Αγίους Ταξιάρχες (την εκκλησία που έχτισαν οι πρώτοι Κρυονερίτες που ήρθαν από την Σπερχιάδα), και να φτάσουμε στο πανέμορφο γιοφύρι του Κάκαβου στο ποταμό Εύηνο.